οδός


οδός
Ο όρος υποδηλώνει συνοπτικά μία ζώνη εδάφους η οποία έχει προετοιμαστεί κατάλληλα για να διευκολύνει τη μεταφορά πεζών και οχημάτων και για να εξυπηρετεί τις μεταφορές και τη συγκοινωνία μεταξύ των διάφορων σημείων μιας περιοχής ή ενός οικισμού. Η ο. αποτελεί ένα από τα αποδοτικότερα όργανα της ανθρώπινης δραστηριότητας· πράγματι κάνει εύκολες τις υλικές και τις πνευματικές ανταλλαγές μεταξύ των λαών και συνεισφέρει στην πρόοδο και στην ευτυχία τους. Οι πρώτες ο. με σταθερό κατάστρωμα, των οποίων υπάρχουν ακόμα τα ίχνη, κατασκευάστηκαν από τους Βαβυλώνιους περίπου το 3000 π.Χ., ενώ γνωρίζουμε λίγα για τις ο. των Αιγυπτίων, των Καρχηδονίων και των αρχαίων Ελλήνων, λαών κυρίως ναυτικών, οι οποίοι λίγο χρησιμοποιούσαν τις χερσαίες επικοινωνίες. Περισσότερες και ασφαλείς γνώσεις έχουμε για τις ο. των Ρωμαίων: αυτές υπήρξαν, για μικρό διάστημα της ιστορίας, οι μόνοι τρόποι επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων περιοχών της Ευρώπης και μεταξύ της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Περίφημες στην ιστορία παρέμειναν οι στρατιωτικές ο. που συνέδεαν τη Ρώμη με τις επαρχίες (Γαλατία, Προβηγκία, Ισπανία, Ιλλυρία, Μακεδονία κλπ.). Είχαν συνήθως συνολικό πλάτος 12 μ. και αποτελούνταν από ένα κεντρικό κατάστρωμα, το οποίο είχε στα πλευρά του δύο γηλόφους που χωρίζονταν από το κατάστρωμα με δύο μικρά προχώματα. Οι μεγάλες αυτές ο. επικοινωνιών ακολουθούσαν όσο ήταν δυνατό ευθύγραμμη πορεία, ώστε να φτάνουν το σημείο άφιξης με την πιο σύντομη διαδρομή. Συνήθως οι καμπύλες είχαν μεγάλη ακτίνα και σε αυτές το κατάστρωμα είχε μεγαλύτερο πλάτος για να διευκολύνει τη διασταύρωση των οχημάτων. Οι κλίσεις ήταν συνήθως μικρές αλλά, όπου η ο. διέσχιζε λοφώδεις ή ορεινές περιοχές, έπρεπε υποχρεωτικά vα ακολουθήσει την ισοκλινή με απότομες διαφορές στάθμης. Τότε οι ακτίνες των καμπυλών ελαττώνονταν σε 7-8 μ., ενώ η κλίση έφτανε το 15-20%. Η ορθολογιστική χάραξη των ρωμαϊκών ο. απαιτούσε συχνές και σημαντικές μετατοπίσεις χωμάτων, για να δμιουργηθούν αναχώματα, και πολυάριθμα τεχνικά έργα, όπως τοίχους αντιστήριξης, γέφυρες και οδογέφυρες. Κατά το μεγαλύτερο μέρος οι γέφυρες ήταν ξύλινες, πάρα πολλές όμως αποτελούνταν από ένα ή περισσότερα τόξα χτισμένα με πέτρα, όπως για παράδειγμα η γέφυρα της Αλκαντάρα στον Τάγο, η οποία κατασκευάστηκε την εποχή του Τραϊανού και αποτελείται από έξι τόξα, δύο από τα οποία έχουν χορδή 28 και 36 μ. Ένα από τα χαρακτηριστικά των ρωμαϊκών ο. είναι η ιδιαίτερη σύσταση του οδοστρώματος, το οποίο μπορεί να προσφέρει μεγάλη αντίσταση. Κατασκεύαζαν στρώσεις από λίθους, συνδεδεμένους με αμμοκονία· επάνω από αυτά υπήρχε μια στρώση από χαλίκια, σκεπασμένη από ένα χαλικόστρωμα ή ένα λιθόστρωμα. Το συνολικό πάχος του οδοστρώματος κυμαινόταν από 1 έως 1,50 μ., ανάλογα με το βάθος στο οποίο βρισκόταν το σταθερό έδαφος. Όπου υπήρχαν υγρά εδάφη, χρησιμοποιούσαν ξύλινους στρωτήρες και πασσαλώσεις. Κατά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το δίκτυο των μεγάλων αυτοκρατορικών ο. έφτανε τα 140.000 χλμ. Στις αρχές του Μεσαίωνα, με τις αλλεπάλληλες βαρβαρικές εισβολές, άρχισε η παρακμή αυτού του θαυμάσιου δικτύου των o., που συνέδεαν προς κάθε κατεύθυνση, περιοχές της εκτεταμένης αυτοκρατορίας. Οι o., χωρίς συντήρηση, άρχισαν να καταστρέφονται, σε σημείο ώστε να μην είναι πλέον κατάλληλες για συγκοινωνία και να αχρηστευτούν τελειωτικά. Μία μικρή περίοδος κατά την οποία βελτιώθηκε κάπως η βατότητα των o., υπήρξε η εποχή του Καρλομάγνου, αλλά πολύ γρήγορα επανήλθε η παλαιότερη κατάσταση της καταστροφής· κατά τους συνεχείς φεουδαρχικούς αγώνες καταστράφηκαν πολλές γέφυρες και ο. Στα μέσα του Μεσαίωνα, επειδή οι ο. επικοινωνίας δεν προσέφεραν ασφάλεια ταξιδιού, ο κόσμος δίσταζε να μετακινείται και η κίνηση των εμπόρων ήταν πολύ μικρή. Οι Σταυροφορίες και τα προσκυνήματα του 12ου και του 13ου αι. ξύπνησαν την κίνηση των ταξιδιωτών και των εμπόρων, ιδίως κατά μήκος των δρόμων που οδηγούσαν στη Ρώμη ή στους Αγίους Τόπους, στις πιο περίφημες και πολυσύχναστες αγορές και εμποροπανηγύρεις· τότε άρχισε η πρώτη επαναλειτουργία των ο. και κάποια, αν και στοιχειώδης, συντήρηση. Στα τέλη του Μεσαίωνα οι πάπες και οι ηγεμόνες, ιδίως στη Γαλλία και στη Γερμανία, ανοίγουν νέες ο. και κατασκευάζουν γέφυρες στις περιοχές της επικράτειας τους. Ακόμα και οι επίσκοποι παρακινούσαν τον πληθυσμό να προσφέρει απευθείας τη συνδρομή του ή να συμβάλλει στη βελτίωση της βατότητας των οδών. θρησκευτικά τάγματα θεμελίωσαν ξενώνες –μερικοί από αυτούς λειτουργούν και σήμερα– οι οποίοι είχαν σκοπό να βοηθούν προσκυνητές και ταξιδιώτες στα δυσχερή ταξίδια τους κατά μήκος ο. που διέσχιζαν αφιλόξενες περιοχές. Η τεχνική της ο. στα τέλη του Μεσαίωνα ήταν αρκετά χειρότερη, ιδίως ως προς τη χάραξη, η οποία δεν φρόντιζε να αποφύγει τις ανωμαλίες του εδάφους, και ως προς την αντοχή του οδοστρώματος, το οποίο, επειδή δεν περιείχε συνδετικά υλικά, έχανε πολύ από τη στερεότητα του. Από εκείνη την εποχή άρχισε ωστόσο μια σταθερή βελτίωση στην κατασκευή γεφυρών, οι οποίες, από ορισμένες απόψεις, ήταν καλύτερες από τις ρωμαϊκές. Άρχισαν να κατασκευάζουν τόξα με χαμηλότερη ράχη, αποφεύγοντας ή ελαττώνοντας τις δύσχρηστες προσβάσεις, η δομή γίνεται πιο λεπτή και ευλύγιστη και τα συστήματα θεμελιώσεων πιο ανθεκτικά. Κατά τον 15o αι., με την ανάπτυξη της ζωής που έφερε η Αναγέννηση, αναπτύχθηκε η γεωργία και το εμπόριο και συνεπώς έγινε αισθητή η ανάγκη βελτίωσης και ανάπτυξης των ο. συγκοινωνίας, αλλά παρά τις συστηματικές προσπάθειες των κυβερνώντων για την εξασφάλιση της βατότητας των o., οι βελτιώσεις υπήρξαν πάρα πολύ αργές και πολύ μικρής αξίας. Μόνο γύρω στα τέλη του 18ου αι. σημειώνονται πραγματικές βελτιώσεις, κάτι το οποίο οφείλεται ειδικά στη δημιουργία, στη Γαλλία, του σώματος γεφυρών και οδοστρωμάτων και ακολούθως στην ίδρυση σχολών γεφυρών και οδοστρωμάτων, η οποία εκπαίδευε σειρά μηχανικών ειδικών για τα θέματα αυτά. Οι μελέτες και η πείρα των νέων μηχανικών έφεραν τους καρπούς τους ακόμα και στην Ιταλία, στην Αγγλία και στη Γερμανία. Ύστερα από μελέτες και πειράματα ετών (ιδιαίτερα σημαντικά είναι του Γάλλου Τρεζαγκιέ και του Σκοτσέζου Μακ Άνταμ), καταρτίστηκαν πρότυπα για το σχηματισμό του οδικού καταστρώματος και ιδιαίτερα για την κατασκευή του οδοστρώματος, τα οποία με μερικές μεταβολές εφαρμόζονται και σήμερα. Η Γαλλική επανάσταση προκάλεσε μια ανακοπή στην ανάπτυξη των οδικών κατασκευών στην Ευρώπη, αλλά πολύ γρήγορα, στην εποχή του Ναπολέοντα, σημειώνεται μεγάλη ώθηση. Δομή της ο. Σε κάθε ο. διακρίνουμε δύο βασικά μέρη: την οδική υποδομή, που είναι το κύριο και ομοιόμορφο μέρος της κατασκευής και έρχεται σε άμεση επαφή με τα κινούμενα οχήματα, και το σώμα της o., το οποίο αποτελείται από το σύστημα των χωματουργικών έργων, τοίχων και γενικά των κατασκευών οι οποίες στηρίζουν την υποδομή και εξασφαλίζουν την πορεία της ο. μέσα από τις ανωμαλίες και τα εμπόδια του φυσικού εδάφους. Κοινή ή αμαξιτή ο. ονομάζεται εκείνη όπου οι τροχοί των οχημάτων προχωρούν και εφάπτονται απευθείας με την επιφάνεια του οδοστρώματος. Το σώμα της ο. αποτελείται από ένα επίχωμα, στην περίπτωση που η ο. είναι υπερυψωμένη από το έδαφος, ή από μία τάφρο, όταν η ο. βρίσκεται χαμηλότερα από το φυσικό έδαφος. Η επίπεδη επιφάνεια που ορίζει το επάνω επίχωμα ή χαμηλότερα, στον πυθμένα της τάφρου, ονομάζεται κατάστρωμα της ο. Οι διαστάσεις και η μορφή των οδικών έργων εξαρτώνται από το πλάτος του καταστρώματος, από τις συνθήκες τοποθέτησης του ως προς το έδαφος, και από τη φύση και σύστασή του. Το πλάτος του καταστρώματος μεταβάλλεται ανάλογα με τη σημασία της o., που μπορεί να αποτελείται μόνο από το οδόστρωμα, δηλαδή το μέρος του καταστρώματος που καλύπτεται από οδόστρωμα και προορίζεται για την κίνηση των οχημάτων ή μπορεί να έχει δύο πρανή παραπλεύρως του οδοστρώματος ή ακόμα να έχει ένα επίχωμα κεντρικό, τη διαχωριστική νησίδα. Το ελάχιστο πλάτος από άκρο σε άκρο του οδοστρώματος πρέπει να είναι 5 μ.· σε οδούς έξω από τις κατοικημένες περιοχές φτάνει και τα 12 μ. Στη μελέτη χάραξης της ο. εφαρμόζονται διάφορα κριτήρια που αφορούν την επιπεδογραφική πορεία τους, τις ακτίνες καμπυλότητας που πρέπει να υιοθετηθούν, τις κλίσεις και όλα τα άλλα αναγκαία στοιχεία μελέτης για την εκτέλεση του έργου και βασίζονται πάντα σε τεχνικά, εμπορικά και οικονομικά κριτήρια. Τα τεχνικά έργα κατά μήκος μιας οδικής χάραξης είναι: οι τοίχοι αντιστήριξης, οι οποίοι έχουν προορισμό να συγκρατούν τα χώματα τόσο στα ορύγματα όσο και στα αναχώματα, όταν αυτά δεν μπορούν να τοποθετηθούν σύμφωνα με τη φυσική τους κλίση και δεν παρουσιάζουν ικανοποιητική συνοχή, οπότε τείνουν να κατολισθήσουν. Εκτός από τους τοίχους αντιστήριξης, έχουμε τους λεπτότερους τοίχους επένδυσης, οι οποίοι δεν έχουν σκοπό να στηρίξουν το έδαφος, αλλά απλώς να προστατεύουν από τις εξωτερικές επιδράσεις. Οι τοίχοι αντιστήριξης αντιστέκονται κυρίως με το βάρος τους και γι’ αυτό είναι συνήθως πέτρινοι, χτισμένοι με βαριά και ανθεκτικά υλικά. Άλλα σημαντικά τεχνικά οδικά έργα είναι οι γέφυρες (μικρές με άνοιγμα 2,5-5 μ.), οι στοές, οι οχετοί αποχέτευσης κλπ. Στις κοινές o., η βάση συνήθως αποτελείται από ένα στρώμα χαλίκι ή πέτρα που σχηματίζει το οδόστρωμα και τοποθετείται στο ανώτατο μέρος της υποδομής για να την κάνει ικανή να αντιστέκεται στη φθορά στην οποία υποβάλλεται με την κίνηση. Στην κατασκευή οδοστρωμάτων σε ο. με πολύ έντονη κυκλοφορία, χρησιμοποιούνται συνήθως δύο υλικά διάφορης αντίστασης: το ένα πολύ σκληρό και σε πολύ πιο μεγάλα κομμάτια, κατάλληλο να αντιστέκεται στις τριβές και στις κρούσεις, και το άλλο σε μικρότερα κομμάτια (άμμος, μικροί λίθοι), σε μικρότερη ποσότητα, το οποίο χρησιμεύει ως συνδετικό υλικό με το άλλο. Για να δοθεί μεγαλύτερη αντίσταση και ομοιομορφία στο επίπεδο κυκλοφορίας, να αποφευχθεί η ευθραυστότητα που οφείλεται στον παγετό και σε άλλους ατμοσφαιρικούς παράγοντες και για να εξαλειφθεί η δυνατότητα σχηματισμού σκόνης και λάσπης, έχει υιοθετηθεί, για όλους τους δρόμους ακόμα και για τους πιο ασήμαντους, η επιφανειακή ασφαλτόστρωση, με υλικά που προέρχονται από ασφαλτικούς βράχους ή γενικότερα, με άσφαλτο που λαμβάνεται από τη διύλιση του ακάθαρτου πετρελαίου. Η στρώση αυτή μπορεί να εκτελεστεί επάνω σε ελαστικά θεμέλια, δηλαδή σε στρώμα συμπιεσμένων λίθων, το οποίο συνήθως λέγεται λιθόστρωμα, ή επάνω σε άκαμπτο θεμέλιο από τσιμέντο. Οι θεμελιώσεις αυτές είναι αναγκαίες όταν η επένδυση του επιπέδου κυκλοφορίας γίνεται, όπως συνέβαινε ιδιαίτερα στο εσωτερικό των οικισμών, με στρώσεις από κυβόλιθους πορφυρίτη ή με γρανιτικούς λίθους ή αμμόλιθους, ή με πλάκες από άσφαλτο κλπ. Η Διώρυγα της Κορίνθου και ο αυτοκινητόδρομος Αθηνών-Κορίνθου. Φωτογραφία από τον αέρα. (φωτ. Α.Ρ.Ρ). Σύμπλεγμα αυτοκινητόδρομων, στην περιοχή του Σηάτλ. Η αποτελεσματικότητα του συστήματος των συγκοινωνιών, εκπροσωπεί έναν από τους βασικούς παράγοντες της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης των HΠΑ όπου δημιουργήθηκε ένα άρτιο οδικό δίκτυο στις βορειοανατολικές περιοχές. Εργοτάξιο στην Λευκόπετρα, στη Δυτική Εγνατία (φωτ. ΑΠΕ). Τμήμα Εγνατίας οδού υπό κατασκευή (φωτ. ΑΠΕ). Τμήμα της Εγνατίας οδού, που συνδέει το Αρδάνιο με του Κήπους (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
(I)
η (ΑΜ ὁδός, Α ιων. τ. οὐδός)
1. λωρίδα εδάφους κατάλληλα διαμορφωμένη για τη μετάβαση πεζών ή οχημάτων από έναν τόπο σε άλλον ή από ένα σημείο σε άλλο, δρόμος (α. «οδός Σταδίου» β. «εθνική οδός» γ. «ἡ ὁδὸς ἡ εἰς ἄστυ ἐπιτηδεία πορευομένοις», Πλάτ.)
2. μτφ. τρόπος ενέργειας, μέθοδος, μέσο, σύστημα (α. «ακολουθείς λανθασμένη οδό» β. «ἄδικον ὁδὸν ἰέναι», Θουκ.)
3. φρ. α) «καθ' οδόν» και, ιων. τ. τής αρχ., «κατ' ὁδόν» και, αττ. τ. τής αρχ., «κατὰ τὴν ὁδόν» — κατά τη διάρκεια πορείας, ταξιδιού, ενώ βρίσκεται ή βαδίζει κανείς στον δρόμο («έφυγε πριν από τρεις ώρες και τώρα βρίσκεται καθ' οδόν»)
β) «εν μέση οδώ» — καταμεσής τού δρόμου
γ) «οδός τού θεού» και «ευθεία οδός» και «οδός τής αρετής» ή, απλώς, «οδός»
μτφ. ο σύμφωνος με τις εντολές τού θεού τρόπος ζωής
δ) «οδός τής απώλειας» — ηθική διαφθορά, ανηθικότητα, ακολασία
νεοελλ.
1. μτφ. α) διαδρομή, κατεύθυνση, τρόπος επικοινωνίας (α. «εμπορική οδός» β. «ναυτιλιακή οδός» γ. «οδός τής μετάξης»)
β) δίοδος, πέρασμα («αναπνευστική οδός»)
2. φρ. α) «εν μέση οδώ» — μπροστά στα μάτια όλων, ενώπιον όλων («τήν επέπληξε εν μέση οδώ»)
β) «πλάγια οδός»
μτφ. πλάγιος τρόπος, πλάγια μέθοδος
μσν.-αρχ.
φρ. «ὁδοῡ πάρεργον» — με δευτερεύουσα σημασία, παρέργως («ἄ σοι πάρεργον ὁδοῡ πρὸς θήραν συνήραντο», Νικ. Χων.)
αρχ.
1. ταξίδι διά ξηράς ή διά θαλάσσης
2. αιφνίδια επιδρομή εναντίον εχθρών ή, κατ' άλλους, ενέδρα
3. σχήμα, μορφή («τριφασίας ὁδοὺς τρέπεται», Ηροδ.
τρέπεται σε τρία σχήματα)
4. μουσ. η κατεύθυνση τής μελωδικής κίνησης «ἐπὶ τῷ ὀξύ», δηλ. προς τα άνω, ή «ἐπὶ τῷ βαρύ», δηλ. προς τα κάτω
5. φρ. α) «πρὸ ὁδοῡ»
i) εμπρός, περαιτέρω («οἱ δ' ἐπεὶ οὖν ᾤχοντο ἰδὲ πρὸ ὁδοῡ ἐγένοντο», Ομ. Ιλ.)
ii) ως επίθ. ωφέλιμος, χρήσιμος («πρὸ ὁδοῡ εἶναι πρός τι», Αριστοτ.)
β) «ποταμοῡ ὁδός» — η πορεία τού ποταμού, η κοίτη τού ποταμού
γ) «ὁδὸν τέμνω» — κόβω ή ανοίγω δρόμο
δ) «ὁδῷ» και «καθ' ὁδόν» — με μέθοδο, με σύστημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμενη βαθμίδα τής ΙΕ ρίζας *sed- «πηγαίνω» και συνδέεται με αρχ. σλαβ. chodŭ «βάδισμα, δρόμος», ρωσ. chod «βάδισμα, ποηεία», αρχ. ινδ. ā-sad- «πλησιάζω, προχωρώ», αβεστ. apa-had- «απομακρύνομαι». Η ρίζα *sed- με σημ. «πηγαίνω» πρέπει να διαχωριστεί από τη ρίζα *sed- με σημ. «κάθομαι» (πρβλ. εζομαι, λατ. sedeo). Η λ. ὁδός «δρόμος, πορεία, διαδρομή, ταξίδι» χρησιμοποιείται μεταφορικά και με σημ. «μέθοδος, τρόπος για την επίτευξη σκοπού» και επομένως έχει ευρύτερο σημασιολογικό περιεχόμενο από τη συνώνυμη λ. κέλευθος «δρόμος, πορεία». Το θηλ. γένος, τέλος, τής λ. οφείλεται σε αναλογία προς τα: κέλενθος, ἀτραπός (πρβλ. λατ. via).
ΠΑΡ. οδεύω, οδίτης
αρχ.
όδιος, όδισμα, οδώ (Ι), οδώ (ΙΙ)
αρχ.-μσν.
οδαίος
νεοελλ.
οδικός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) οδηγός, οδοιπόρος, οδόμέτρο(ν), οδοποιός, οδοφύλαξ (-κας)
αρχ.
οδοιδόκος, οδοιπλανώ, οδουρός
μσν.
οδοιπλανής, οδοσκοπώ, ο
δοστάτης, οδοχνούς
μσν.- νεοελλ.
οδηγέτης, οδοδείκτης, οδοστρωσία
νεοελλ.
οδαγωγός, οδογράφος, οδομαχία, οδομετρία, οδονομία, οδόσημο, οδόστρωμα, ο
δόστρωση, οδοστρωτήρας, οδοταχύμετρο, οδόφραγμα. (Β' συνθετικό) αδιέξοδος, αμέθοδος, ανείσοδος, ανέξοδος, άνοδος, απερίοδος, απρόσοδος, διέξοδος, δίοδος, είσοδος, εμμέθοδος, έξοδος, επάνοδος, ευμέθοδος, έφοδος, κάθοδος, μακροπερίοδος, μέθοδος, πάροδος, περίοδος, πολυέξοδος, πρόοδος, πρόσοδος, σύνοδος, τρίοδος
αρχ.
άμφοδος, ανεπάνοδος, ανέφοδος, αντέξοδος, αντεπείσοδος, αντεπέξοδος, απρόοδος, αρχέφοδος, άφοδος, διάμφοδος, δισπερίοδος, δυσδιέξοδος, δυσδίοδος, δυσείσοδος, δυσέξοδος, δυσέφοδος, δυσκάθοδος, δύσοδος, δυσπάροδος, δυσπρόσοδος, εμπερίοδος, εμπρόσοδος, ένοδος, επείσοδος, επέξοδος, επιπάροδος, ενδιέξοδος, ευδίοδος, ευέξοδος, ευέφοδος, εύοδος, ευπρόσοδος, ευρύοδος, κολοδοδιέξοδος, μεγαλάμφοδος, μίξοδος, νυκτιδιέξοδος, πανενέφοδος, παρείσοδος, παρέξοδος, περιάμφοδος, πλατνάμφοδος, προέξοδος, τετράοδος, τρισπερίοδος, τριπάροδος, υπέξοδος, υστεροπερίοδος, φιλέξοδος, ψευδέφοδος
νεοελλ.
αντέφοδος, αντισύνοδος, ημιπερίοδος, κρυσταλλοδίοδος, μικροπερίοδος, ολιγοέξοδος, φιλοπρόοδος, ψευδοσύνοδος].
————————
(II)
ὀδός, ὁ (Α)
(αττ. τ.) βλ. ουδός (Ι).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • οδός — η 1) улица; 2) дорога, путь; ΦΡ. οδός τής αρετής / τού Κυρίου путь добродетели / Божий путь Этим. дргр. < инд. sed «идти» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ὁδός — 1 way masc nom sg ὁδός 2 way fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οδός — [одос] οοσ. Θ. дорога, улица …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • οδός — η 1. δρόμος. 2. μέθοδος, τρόπος ενέργειας, μέσο: Πρέπει να ακολουθήσεις τη νόμιμη οδό για τη λύση του προβλήματός σου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὀδός — οὐδός 1 threshold masc nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιερά οδός — Η αρχαία οδική αρτηρία που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα. Ονομάστηκε Ιερά επειδή από εκεί περνούσε η πομπή των Μεγάλων Ελευσινίων. Η αφετηρία της βρίσκεται στην Ιερά Πύλη στον Κεραμεικό και ακολουθεί σχεδόν στα ίχνη του σημερινού ομώνυμου… …   Dictionary of Greek

  • Εγνατία οδός — I (Via Egnatia). Ρωμαϊκή οδός στρατιωτικής και εμπορικής σημασίας, που κατασκευάστηκε κατά τα τέλη του 2ου αι. π.Χ., ενώνοντας τη Δύση με την Ανατολή. Είχε μήκος περίπου 800 χλμ., ξεκινούσε από την Απολλωνία και το Δυρράχιο, στις ακτές της… …   Dictionary of Greek

  • Αππία Οδός — Η αρχαία οδός που οδηγούσε από τη Ρώμη στην Καμπανία και την Κάτω Ιταλία. Ο Στάτιος την ονομάζει βασίλισσα των οδών. Κατασκευάστηκε στα χρόνια του κήνσορα Αππίου Κλαύδιου Καίκου, περίπου το 312 π.Χ. Για τη διατήρησή της φρόντισε ο Γάιος Γράκχος,… …   Dictionary of Greek

  • αγροτική οδός ή αγροτικός δρόμος — Ο δρόμος που περνάει μέσα από αγροτικές εκτάσεις, με σκοπό την εξυπηρέτηση των αγροτών. Το ρωμαϊκό δίκαιο, ανάλογα με τα δικαιώματα που παρείχε στις οδικές δουλείες (εμπράγματα δικαιώματα), διέκρινε τις α.ο. σε: α) μονοπάτια (iter), απ’ όπου… …   Dictionary of Greek

  • Αιμιλία οδός — (Via Aemilia). Μεγάλος δρόμος της Ιταλίας στην αρχαιότητα, που ξεκινούσε από την Πλακεντία και έφτανε έως το Αρμίνιο, όπου ενωνόταν με τη Φλαμινία οδό, που οδηγούσε στη Ρώμη. Η κατασκευή της τελείωσε το 187 π.Χ. και πήρε το όνομά της από τον… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.